Σαράντα χρόνια μετά, οι μουσικές από το «Ρεμπέτικο» ηχούν και πάλι, με μία πιο σύγχρονη ματιά. Ο σπουδαίος Σταύρος Ξαρχάκος και η ορχήστρα του θα παρουσιάσουν για πρώτη φορά ολοκληρωμένα, τα θρυλικά τραγούδια και η ερμηνεύτρια Ηρώ Σαΐα μοιράζεται μαζί μας τα συναισθήματά της για τη συμμετοχή της σε αυτό το μεγαλεπήβολο εγχείρημα, ενώ μας δίνει και μία μικρή γεύση σχετικά με το τι πρόκειται να παρακολουθήσει το κοινό της Θεσσαλονίκης επί σκηνής, το Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου, στο Θέατρο Δάσους, μετά την αναβολή της συναυλίας που προηγουμένως ακυρώθηκε για λόγους υγείας του μαέστρου.

Περισσότερες πληροφορίες για τη μεγάλη συναυλία «Ρεμπέτικο» 40 Χρόνια Μετά – στη Θεσσαλονίκη βρείτε εδώ.

Συνέντευξη στην Ασημίνα Τούνα

Μετά από τέσσερις σαρωτικές sold out συναυλίες στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού και στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, το θρυλικό «Ρεμπέτικο» έρχεται για μία μοναδική βραδιά στο Θέατρο Γης Θεσσαλονίκης.

Η μουσική της ταινίας παρουσιάζεται για πρώτη φορά ολοκληρωμένη, 40 χρόνια μετά, το Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου και ο μεγάλος μαέστρος, Σταύρος Ξαρχάκος – μαζί με 20 ακόμα μουσικούς, τραγουδιστές και ψάλτες – θα μας μεταφέρει τη συγκίνηση, τον διονυσιασμό, το φως, αλλά και τα γοητευτικά σκοτάδια των ορχηστρικών και των τραγουδιών του έργου που φέτος κλείνει σαράντα χρόνια από τότε που ρίζωσε – μια για πάντα – στις καρδιές μας.

Σαράντα χρόνια πριν, παρά τις επιθυμίες εταιρειών, επέλεξε να βρει φωνές που να ταιριάζουν σε αυτό που ονειρεύτηκε, φωνές με βίωμα και ιδιαίτερο χρώμα. Έτσι και τώρα, επιλέγει την ομαδικότητα στην παρουσίαση αυτού του έργου, χωρίς κραυγαλέα ονόματα και δίνει τον πρώτο λόγο στην ορχήστρα του. Όλοι μαζί παίζουν, τραγουδούν, συνθέτουν μια σύγχρονη ρεμπέτικη κομπανία, δημιουργείται η συνθήκη του ρεμπέτικου πάλκου του σήμερα, με τη σύγχρονη μουσική ματιά του Σταύρου Ξαρχάκου.

«Ρεμπέτικο», μια ταινία ορόσημο

Ήταν το 1983 όταν o Κώστας Φέρρης σκηνοθέτησε και παρουσίασε, σε σενάριο του ίδιου και της Σωτηρίας Λεονάρδου, την ταινία «Ρεμπέτικο», μια ταινία ορόσημο, η οποία με αφορμή την πορεία μιας τραγουδίστριας του ρεμπέτικου (υπονοείται η Μαρίκα Νίνου), κατέγραψε την Ελλάδα του μεσοπολέμου, τα ρεμπέτικα, τη ζωή των καλλιτεχνών, τη ζωή στα προσφυγικά.

Για τις ανάγκες της ταινίας ο Σταύρος Ξαρχάκος δημιούργησε νέα τραγούδια φτιαγμένα με παλιά συνταγή που έδιναν την αίσθηση ότι πρόκειται για παλιά ρεμπέτικα. Ο δίσκος »Ρεμπέτικο» από τότε γνώρισε πολλές επανακυκλοφορίες και τεράστια αποδοχή, πούλησε περισσότερα από 250.000 αντίτυπα και έδωσε νέα ώθηση στο ρεμπέτικο.

Τα τραγούδια «Καίγομαι», «Μάνα Μου Ελλάς», «Το Δίχτυ», «Το Πρακτορείο», «Στου Θώμα», «Στης Πίκρας Τα Ξερόνησα», «Μπουρνοβολιά», «Στην Αμφιάλη», γνώρισαν ευρύτατη αποδοχή, κηρύχτηκαν διαχρονικά και έγραψαν τη δική τους αυτόνομη ιστορία. Από τότε μέχρι σήμερα, άλλωστε, τα έχουμε ακούσει σε άπειρες διασκευές και εκδοχές, από καλλιτέχνες όλων των ειδών, Έλληνες και όχι μόνο.

Είναι το «Ρεμπέτικο» του Ξαρχάκου ένα αριστούργημα που ξεπέρασε ακόμα και τη μεγάλη ταινία για την οποία γράφτηκε; Είναι. Καταχειροκροτήθηκε ο μαέστρος στο κατάμεστο Ηρώδειο και Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όπου παρουσίασε τα τραγούδια του δίσκου ζωντανά, 40 χρόνια μετά; Φυσικά.

Μιλάμε με την Ηρώ Σαΐα για τις ιστορικές αυτές βραδιές, ενώ μας αποκαλύπτει πώς σαράντα χρόνια μετά, το έργο αυτό συνεχίζει να εξελίσσεται, να πρωτοπορεί και να εκφράζει τα μύχια της ανθρώπινης ψυχής. Τι είναι αυτό που θαυμάζει στον Σταύρο Ξαρχάκο και πώς κυλά η συνεργασία με έναν τόσο μεγάλο καλλιτέχνη;

Η ίδια, συνυπάρχει τόσο στη ζωή, όσο και στην σκηνή με τον μεγάλο μας συνθέτη και επιστρατεύει όχι μόνο τη φωνή της, αλλά και το συναίσθημά της, ώστε να μας χαρίσει μία αξέχαστη βραδιά στη συναυλία της Θεσσαλονίκης. Απολαύστε την!

Μετά από τα σαρωτικά sold out στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού και το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, το θρυλικό «Ρεμπέτικο» του Σταύρου Ξαρχάκου παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη. Πώς νιώθετε για αυτή τη δουλειά, που γίνεστε μέρος ενός τόσο εμβληματικού έργου 40 χρόνια μετά;

Όταν κανείς παίρνει μέρος στην παρουσίαση ενός μουσικού έργου όπως το Ρεμπέτικο, που τόσα χρόνια έχει αγαπηθεί, αλλά και τραγουδηθεί από Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες, δεν μπορεί παρά να νιώθει συγκίνηση, χαρά, αλλά και τεράστια ευθύνη, ώστε να δώσει τον καλύτερό του εαυτό και συνάμα ένα κομμάτι της ψυχής του.

Πώς είναι να συνεργάζεστε και να σας τιμούν τόσο, μεγάλοι καλλιτέχνες και δημιουργοί όπως ο Σταύρος Ξαρχάκος; Πώς θα χαρακτηρίζατε τη συνύπαρξη σας;

Από το ξεκίνημα της διαδρομής μου, είχα τη χαρά να συνεργαστώ με πολλούς και καταξιωμένους καλλιτέχνες. Δε θα σας τους αναφέρω έναν προς έναν για να μην κουράσω, όμως όποιος ψάξει το βιογραφικό μου θα το διαπιστώσει. Από κάθε συνεργασία πήρα πολλά – μα πάρα πολλά – χρήσιμα εργαλεία για τη δουλειά μου! Όμως, από τη συνεργασία με τον Σταύρο Ξαρχάκο πήρα πολύτιμα εφόδια: μου έδωσε την ευκαιρία να αναμετρηθώ με ιστορικά, δύσκολα και απαιτητικά τραγούδια, τα οποία θέλουν και ψυχή και φωνή. Με έκανε να ακούσω τη φωνή μου και να αρχίσω να κατανοώ τα ηχοχρώματά της, τις ευαισθησίες και τις δυναμικές της και πάνω απ´ όλα να αφήνω ελεύθερο το συναίσθημά μου. Κι ας κάνω και λάθος.

Δίπλα σε σπάνιους καλλιτέχνες – όπως ο Σταύρος Ξαρχάκος – πάνω απ´ όλα «διδάσκεται» κανείς αισθητική. Η μουσική του, ο τρόπος ζωής του, η ευγένειά του, όλες οι εκφάνσεις της ύπαρξής του έχουν ένα δυσεύρετα υψηλό επίπεδο. Πολλά, μα πάρα πολλά έχω πάρει από αυτή τη συνεργασία, που θα ήθελα ώρα για να τα απαριθμήσω. Και εξακολουθώ να παίρνω, διότι ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης είναι ένας αστείρευτος μουσικός ποταμός, πάντα δίνει στους καλλιτέχνες και προσπαθεί να βγάλει τον καλύτερό τους εαυτό.

Ποια είναι κατά τη γνώμη σας τα στοιχεία εκείνα που κρατάνε τον Σταύρο Ξαρχάκο ακόμα τόσο ορεξάτο σε αυτό που κάνει και, όπως φαίνεται, ανοιχτό σε καινούργιες συγκινήσεις; Τι θαυμάζετε σε εκείνον;

Νομίζω πως στο πρώτο σκέλος της ερώτησης, θα ήταν πιο σωστό να σας απαντήσει ο ίδιος. Εγώ θα σας πω ότι σίγουρα η ίδια του ανήσυχη και ζωηρή φύση τον κρατάει ενεργό, όσο και το πάθος του για τη μουσική. Όσο για το το τι θαυμάζω, θα σας απαντήσω πως ανάμεσα στα τόσα που θαυμάζω σε αυτόν τον άνθρωπο είναι η καλοσύνη του, η αγνότητα της σκέψης του, η καθαρότητα της ψυχής του, η αγάπη του προς τη ζωή και τις ομορφιές της.

Έχετε καταφέρει να στήσετε ένα σύγχρονο ρεμπέτικο πάλκο, το οποίο κέρδισε το ενδιαφέρον του κοινού και έχει γνωρίσει ήδη τεράστια επιτυχία. Ποιο είναι το στοιχείο που διακρίνει τους συνεργάτες σας και θεωρείτε πως λειτουργεί “ευνοϊκά” ως προς αυτή την κατεύθυνση;

Και σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι ένα, αλλά πολλά περισσότερα τα στοιχεία αυτά. Θα ξεχωρίσω τον σεβασμό όλων μας προς τον μαέστρο, προς το σπουδαίο αυτό έργο και την πρόθεσή μας να το αποδώσουμε με ψυχή και με τον τρόπο που το θέλει ο δημιουργός του.

Υπάρχει κάποια στιγμή στις συναυλίες σας που να ξεχωρίζετε;

Κάθε στιγμή επί σκηνής είναι μια υπέροχη και ξεχωριστή εμπειρία!

Η ταινία μας μεταφέρει σε μια εποχή που δεν έχετε γνωρίσει, πόσο απαιτητικό ήταν να συνδεθείτε με την υπόθεση, άρα και τους στίχους των τραγουδιών, ώστε να αποδώσετε στο μέγιστο δυνατό;

Νομίζω πως δε χρειάζεται να έχει γνωρίσει κανείς αυτή την εποχή για να τραγουδήσει τα τραγούδια του συγκεκριμένου μουσικού έργου. Οι στίχοι και τα νοήματα των τραγουδιών έχουν διαχρονική σημασία και οικουμενικότητα. Μπορούν, δηλαδή, να αγγίξουν κάθε ακροατή – ανεξάρτητα από το αν γνωρίζει ή όχι την ταινία. Γι´ αυτό και η μουσική της ταινίας ταξίδεψε και ταξιδεύει αυτόνομη, γι´ αυτό και τα τραγούδια αυτά τραγουδιούνται από τις ταβέρνες και τα νυχτερινά μαγαζιά, μέχρι το Ηρώδειο, γι’ αυτό και είχαν τόση επιτυχία οι τέσσερις έως τώρα συναυλίες του Ρεμπέτικου που πραγματοποιήθηκαν. Η μουσική αυτή ήταν τόσο δυνατή, που πήρε το δρόμο της προς τις καρδιές των ανθρώπων, ανεξάρτητα από το εάν είχαν δει την ταινία ή εάν είχαν ζήσει στην εποχή που διαδραματίζεται η υπόθεσή της.

Τα τραγούδια του Ρεμπέτικου γνώρισαν ευρύτατη αποδοχή, κηρύχθηκαν διαχρονικά και έγραψαν τη δική τους αυτόνομη ιστορία. Ακόμη και 40 χρόνια μετά, τι είναι κατά τη γνώμη σας αυτό που κάνει την μουσική της ταινίας τόσο διαχρονική;

Η μουσική της ταινίας είναι διαχρονική, διότι πραγματικά είναι μεγαλειώδης μέσα στην απλότητά της. Έχει μέσα της αισθήματα, μνήμες, προσφυγιά, πατρίδες, πόνο, έρωτα, χαρά, πάθος, ιστορία. Νομίζει κανείς, ακούγοντας το έργο αυτό, ότι το έχει γράψει κάποιος παλιός ρεμπέτης. Σαν να ταξίδεψε νοερά ο συνθέτης σε εκείνη την εποχή και άκουσε τους ήχους της.

Υπήρχε κάποια επιφύλαξη ή νιώσατε άγχος όταν κληθήκατε να συμμετέχετε στο Ρεμπέτικο και να ερμηνεύσετε τραγούδια που έχουν στιγματίσει με τη φωνή τους σπουδαίοι δημιουργοί;

Καμία επιφύλαξη δεν έχω, όταν μου προτείνεται κάτι πραγματικά σπουδαίο. Διότι δεν με ενδιέφερε ποτέ να ξεπεράσω κανέναν άλλον, παρά μόνον τον εαυτό μου και να βάζω όλο και πιο ψηλά τον πήχη!

Πώς σας κάνει να αισθάνεστε το γεγονός ότι το κοινό υποδέχτηκε με τόση ζεστασιά την παρουσίαση του έργου 40 χρόνια μετά; Πόσο μάλλον, το γεγονός ότι “ξανασυστήνεται” και σε άτομα μικρότερη ηλικίας. Θεωρείτε πως η δουλειά αυτή σας έχει καθορίσει τόσο καλλιτεχνικά, όσο και ως άνθρωπο;

Επειδή δεν έχω πάψει ποτέ να αποτελώ κοινό, ήμουν αρκετά σίγουρη για την επιτυχία αυτού του έργου. Έκρινα από εμένα και όσους γνωρίζω – που αγαπάμε τη μουσική – , φίλους μου αλλά και μικρότερα άτομα που γνωρίζω ότι διψάνε και ανακαλύπτουν τα σπουδαία έργα, όταν άκουσαν πως θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά ολόκληρο αυτό το έργο από τον Σταύρο Ξαρχάκο, ενθουσιάστηκαν! Και ναι, σίγουρα είναι ένα από τα έργα που άκουγα από πιο παλιά και με καθόρισε! Το δε τραγούδι «Το Πρακτορείο» με την ερμηνεία του Σταύρου Ξαρχάκου, είναι για μένα μια από τις συγκλονιστικότερες στιγμές της ελληνικής δισκογραφίας.