Μετά τα διαδοχικά sold out και τις αποθεωτικές κριτικές, «Το πιο όμορφο σώμα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτό το μέρος» με πρωταγωνιστή τον Αργύρη Ξάφη, συνεχίζει την πορεία του με νέες παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη από την Πέμπτη 3 Απριλίου 2025 στο Θέατρο Αυλαία.

Ο ηθοποιός μιλάει στο biscotto.gr για το νέο έργο του Ζουζέπ Μαρία Μιρό, τις μεταμορφώσεις του πρωταγωνιστή, τις επιρροές του, για το πόσο ωραίο είναι να ανακαλύπτεις νέα έργα που κάνουν τη διαφορά, σχολιάζει την σκληρή επικαιρότητα, τις σύγχρονες κοινωνικές παθογένειες και τα αντανακλαστικά των ανθρώπων του πολιτισμού, ενώ μας αφήνει να τον γνωρίσουμε λίγο καλύτερα.

Συνέντευξη – Επιμέλεια: Ασημίνα Τούνα

Όσο κι αν οι ερμηνείες του τον κρατούν στην πρώτη γραμμή της θεατρικής επικαιρότητας, είναι ο δημόσιος λόγος του για την καλλιτεχνική, κοινωνική και πολιτική ζωή που τον έχουν τοποθετήσει σ’ ένα πιο μεγάλο κάδρο αυτής.

Ιδρυτικό μέλος του αδέσμευτου δικτύου Support Art Workers στην πιο κρίσιμη μεταπολεμικά περίοδο για την ελληνική (και όχι μόνο) πολιτιστική κοινότητα, ένας από τους ελάχιστους ηθοποιούς που κατέθεσε το αδιέξοδο του θεατρικού κλάδου ενώπιος ενωπίω με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσoτάκη (όταν αυτός επισκέφθηκε το Εθνικό θέατρο) – και που για τον ίδιο λόγο βρέθηκε στο στόχαστρο πολλών συναδέλφων του – πρωτεργάτης της ιδέας για on line τέχνη στη διάρκεια του εγχώριου lockdown, φορέας κριτικής για τα κακώς κείμενα της ελληνικής πολιτιστικής και όχι μόνο πραγματικότητας, ο Αργύρης Ξάφης μοιάζει να έχει σπάσει το προστατευτικό κουκούλι του καλλιτέχνη και να λειτουργεί ως ενεργός πολίτης με δημόσιο βήμα, αναλαμβάνοντας το όποιο τίμημα.

Ο ίδιος, ωστόσο, επιμένει πως αν κάτι ορίζει τον πυρήνα του είναι ο ηθοποιός – και πως αυτή η ιδιότητα τρέφει την πολιτική του σκέψη. Ως τέτοιος επανέρχεται, ερμηνεύοντας κι αποκαλύπτοντας όλους τους εμπλεκόμενους χαρακτήρες γεγονότων που κόβουν την ανάσα στο συγκλονιστικό έργο του βραβευμένου Καταλανού συγγραφέα Ζουζέπ Μαρία Μιρό «Το πιο όμορφο σώμα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτό το μέρος».

Ένα ακόμα άξιο δείγμα της καταλανικής εργογραφίας έφτασε στην ελληνική σκηνή. Ποιος έσφαξε τον νεαρό Αλμπέρτ; Πώς βρέθηκε αιμόφυρτος, με τα γεννητικά του όργανα κομμένα, στη μέση του χωραφιού; Ένα ομοφοβικό έγκλημα με πολλαπλούς ενόχους θα αποκαλυφθεί σταδιακά μέσα από τους μονολόγους πέντε ηρώων που αγάπησαν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, το έφηβο αγόρι.

Δεν είναι μόνο ένα δυνατό σύγχρονο κείμενο επικαιρότητας – εφόσον εξετάζει ζητήματα ετερότητας, θρησκευτικού συντηρητισμού, σεξουαλικής ταυτότητας και κακοποίησης. Είναι κι ένα κείμενο μεγάλης πνοής. Ο μονόλογος του Ζουζέπ Μαρία Μιρό, ένα μίγμα του θεάτρου του σύγχρονου πολιτικού ρεαλισμού και του θεάτρου του συμβόλου – δηλαδή της αλήθειας και της άρρητης υπόστασης της – ευτυχεί. Αφενός χάρη στην κεντημένη, πολυεπίπεδη ερμηνεία του Αργύρη Ξάφη και αφετέρου στη σκηνοθετική διαύγεια της Ζωής Ξανθοπούλου να το αναδείξει μέσα από τις πρώτες θεατρικές ύλες σε συνδυασμό με την μουσική σύνθεση και επιμέλεια του Φώτη Σιώτα.

Ο Αργύρης Ξάφης ερμηνεύει μόνος του πάνω στη σκηνή εφτά χαρακτήρες που διεκδικούν τη δική τους – ξεχωριστά ο καθένας – βαθιά ανάσα. Αλλάζει βλέμμα, έκφραση και σωματική κατάσταση με απόλυτη πειθώ. Από διαφορετική κάθε φορά οπτική γωνία και κάτω από εναλλασσόμενους ψυχικούς φωτισμούς, αποκαλύπτοντας τους εμπλεκόμενους χαρακτήρες γύρω από το νεκρό σώμα ενός έφηβου αγοριού. Χαρακτήρες που παλεύουν με τις δικές τους επιθυμίες, αλλά και εκείνες που τους επιβάλλονται από τις καταπιεστικές κοινωνικές δομές μίας φαινομενικά δεμένης κοινότητας.

Ειλικρινής, μεστός, με πολιτική κουλτούρα και σε διαρκή δημιουργική κίνηση, μας άφησε να τον γνωρίσουμε λίγο καλύτερα. Αυτός είναι ο Αργύρης Ξάφης. 

Τι είναι αυτό που σου κέντρισε το ενδιαφέρον στην παράσταση και αποφάσισες να συμμετάσχεις; Ποια ήταν η πρώτη σου σκέψη όταν διάβασες το έργο;

Η πρώτη μου σκέψη μόλις διάβασα «Το πιο όμορφο σώμα που έχει βρεθεί σε αυτό το μέρος» ήταν ότι πρέπει να ξεπεράσω την «ιδεοληψία» που είχα τόσα χρόνια, πως «δεν θέλω να κάνω μονόλογο, γιατί το θέατρο είναι ομαδικό άθλημα και έτσι μου αρέσει» και να πέσω με τα μούτρα στη δουλειά. Γιατί, έπρεπε οπωσδήποτε να παίξω αυτό το έργο. Έπρεπε οπωσδήποτε να πω αυτή την ιστορία. Και αυτή η πίστη και η επιμονή ήταν που τελικά έκανε και την παράσταση πραγματικότητα, παρά τις αντίξοες συνθήκες που δημιουργήθηκαν όταν δεν βρίσκαμε παραγωγό για την παράσταση ή θεωρούσαν ότι αφορά πολύ ειδικό κοινό. «Αφορά τους πάντες» λέγαμε. «Πως δεν το βλέπουν;» Και τελικά, αποδείχτηκε ότι είχαμε δίκιο.

Πες μας με λίγα λόγια, τι θα ήθελες να αποκομίσει κάποιος φεύγοντας από αυτή; Ποιοι λόγοι κατά τη γνώμη σου, καθιστούν το έργο αυτό τόσο «δυνατό» και συνάμα επίκαιρο;

Για μένα αυτό το σκεπτικό – η περίληψη δηλαδή του «διδάγματος» – είναι μία από τις καταστροφές της τέχνης. Συνολικά. Η τέχνη – και φυσικά μέσα σε αυτήν και οι παραστατικές τέχνες ακόμα περισσότερο – είναι εμπειρία. Δεν είναι θεωρητικά κείμενα με σκέψεις και διδάγματα. Και όπως σε κάθε εμπειρία, αυτό που ο καθένας αποκομίζει είναι προσωπικό. Το ίδιο συμβάν δεν το εισπράττουν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Και είναι κάτι βαθύ και πολύπλοκο, που – ιδανικά – ακουμπάει περιοχές που τα λόγια δεν θα αρκούσαν για να τις φωτίσουν.

Το ίδιο συμβαίνει και με την «επικαιρότητα». Κάθε καλλιτέχνης που ειλικρινά ασχολείται με κάτι, το θεωρεί μέσα του επίκαιρο. Είναι αυτό, που τον απασχολεί αυτή τη στιγμή. Και μόνο αν ήμασταν – που δεν είμαστε – ξεκομμένοι απολύτως από τη ζωή, θα έπρεπε να βρίσκουμε τρόπους θεωρητικής σύνδεσής της με την τρέχουσα επικαιρότητα.

Αυτό που έχουν τα σπουδαία έργα, είναι ότι ασχολούνται με τον άνθρωπο. Με την τραγωδία – ή την τραγική κωμωδία – τού να είσαι άνθρωπος. Οι συνθήκες μπορεί να αλλάζουν, αλλά όχι και τόσο τελικά και μάλλον σε μια σπιράλ λογική, αλλά ο άνθρωπος όχι. Αυτά δεν είναι θεωρητικά ζητήματα για μένα. Είναι αληθινά και τρέχοντα. Μια παράσταση δεν είναι «επίκαιρη», όταν δεν είναι καλή. Και δεν έχει τόσο σχέση με το έργο, όσο με τον καλλιτέχνη και την δική του ύπαρξη μέσα από την οποία δημιουργεί.

Με ποιες προκλήσεις βρέθηκες αντιμέτωπος σε αυτή την παράσταση; Πόσο «εκτεθειμένος» βρίσκεται κανείς, όταν ερμηνεύει ένα μονόλογο και κυρίως, πώς καταφέρνεις να μεταβαίνεις από ρόλο σε ρόλο;

Χρειάζεται κάποιου είδους εξάσκηση στον μοναχισμό, όταν βρίσκεσαι μιάμιση ώρα μόνος σου πάνω στη σκηνή. Με την έννοια της συγκέντρωσης, στοχοπροσήλωσης, ακρίβειας, ταπεινότητας, γενναιοδωρίας και ανοίγματος ταυτόχρονα προς τα έξω. Προς ένα κοινό – μια μικρή κοινωνία δηλαδή – η οποία σου έχει δώσει τον χρόνο της να το διαπραγματευτείς. Δεν είναι μικρή αποστολή. Κάθε φορά, δεν ξέρεις αν είσαι ικανός να τα καταφέρεις. Γιατί ξέρεις πού πρέπει να πας, τί πρέπει να συμβεί, δεν ξέρεις αν μπορείς. Και η λύση δεν είναι σε σένα, είναι στο κοινό. Πώς θα εισπράξεις και θα νιώσεις αυτό που υπάρχει, ώστε να βρεθεί ο δρόμος που θα οδηγήσει εκεί που πρέπει. Για μένα αυτό, αυτή η πραγματικότητα της παράστασης, είναι το πιο δύσκολο μέρος της. Γιατί δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις πολλά δεδομένα, αν θες να είσαι «ωραίος» – με την έννοια του «στην ώρα σου», σε «αυτή την συγκεκριμένη και μοναδικά σωστή στιγμή».

Και ο τρόπος που μπορείς να εκτεθείς; Δεν είναι το να μην είμαι καλός στην παράσταση, όχι δεν φοβάμαι αυτό. Φοβάμαι ότι μπορεί να μείνει κανείς, στο αν έχω ή όχι δυνατότητες και ταλέντο κτλ. και να μην περάσει στην εμπειρία του. Θα εκτεθεί ο «ηθοποιός» δηλαδή, που στην συγκεκριμένη παράσταση – αλλά αυτή είναι και η φάση μου σαν καλλιτέχνης αυτό το διάστημα – προσπαθώ να τον βάλω πίσω, να τον εξαφανίσω. Ώστε, να μείνει όσο περισσότερη αλήθεια γίνεται. Και όλα αυτά, πέρα από τις τεχνικές δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς και καταλήγουν ανέκδοτα για να θυμάσαι την κάθε παράσταση ή για να κάνεις μια ελαφριά κουβέντα μετά.

Οι μεταβάσεις στο συγκεκριμένο έργο γίνονται κάθετα. Χωρίς χρόνο ή σκηνικές αλλαγές, χωρίς ενδιάμεσα σκοτάδια ή μουσικές ή κάποιο άλλου είδους βοήθημα στο πέρασμα. Φεύγει μέσα μου ο ένας ή καλύτερα, ο επόμενος διώχνει τον προηγούμενο από μέσα μου και συνεχίζει αυτός. Μέχρι τον επόμενο.

Πόσο εύκολα ή δύσκολα μπορείς να απεμπλακείς από τη ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων που υποδύεσαι και τι είναι αυτό που σε «επαναφέρει» στη δική σου πραγματικότητα; Αποτελεί παγίδα για έναν ηθοποιό να ταυτιστεί με ένα χαρακτήρα, ειδικά όταν αυτός είναι φορτισμένος συγκινησιακά;

Ως Αργύρης, δεν πιστεύω σε αυτά. Δεν πιστεύω δηλαδή, ότι ένας ηθοποιός χάνεται σε έναν ρόλο με τρόπο που δεν μπορεί να επανέλθει. Μου φαίνεται επικίνδυνο και ψυχοπαθές. Το όλο ενδιαφέρον για μένα είναι, ότι μπορείς να το κάνεις, να δοκιμάζεις ψυχοσυνθέσεις, έχοντας εσύ τον έλεγχο του πού και πώς οδηγούνται. Και φυσικά, να βγαίνεις από αυτές αυτο – στιγμή, όταν το θες. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν σου αφήνουν σημάδια. Αυτά τα σημάδια είναι και ένας λόγος που κάνεις αυτή τη δουλειά. Αυτή η συμπυκνωμένη εμπειρία που έχεις αποκομίσει βγαίνοντας.

Στη συγκεκριμένη παράσταση πχ. όταν τελειώνει, εγώ ο Αργύρης, εξαιτίας της εμπειρίας της παράστασης, αισθάνομαι πιο πλήρης, με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Πιο θαρραλέος. Πιο τρυφερός. Πιο ανθρώπινος. Παρόλο που η παλέτα των ανθρώπων που υποδύομαι δεν έχουν όλοι, αυτά τα χαρακτηριστικά. Ίσα ίσα, κάποιοι μπορεί να είναι και πολύ αρνητικοί χαρακτήρες. Αλλά ο χώρος που τους έδωσα μέσα μου, ο χρόνος που πέρασα παίζοντας μαζί τους αυτά τα σημάδια, αυτά τα θετικά σημάδια μου άφησε.

Ο συγγραφέας δεν επιβάλλει καμία συγκεκριμένη σύμβαση για το φύλο, την ηλικία ή τη σωματική διάπλαση του πρωταγωνιστή. Αποστολή του είναι να ενσωματώσει ενδεικτικές φιγούρες της πόλης, να συμπυκνώσει το σώμα των πολιτών, να χωρέσει ταυτότητες, φύλα, συναισθήματα και πάθη, ενεργοποιημένα από «το πιο όμορφο σώμα». Το αφηγηματικό αυτό τέχνασμα, μπορεί να λειτουργήσει απελευθερωτικά για σένα που ερμηνεύεις κάθε ρόλο; Και τι αποτέλεσμα φέρει ως προς τον τρόπο που εκλαμβάνεται από το κοινό;

Στο πρώτο μέρος της ερώτησης απάντησα άθελά μου προηγουμένως. Τώρα, όσον αφορά το κοινό, δεν μπορώ να μιλήσω για όλους, αλλά αυτό που εισπράττω μετά το τέλος της παράστασης είναι μια ανάγκη για τρυφερότητα. Οι περισσότεροι μου ζητάνε μια αγκαλιά, αντί για λόγια και αυτό για μένα είναι τεράστιο. Τεράστια χαρά. Γιατί καταλαβαίνω, ότι έχουμε πάει σε περιοχές που δεν αρκούν τα λόγια. Και αυτό είναι εμπειρία.

Για εσένα, ποιο είναι εκείνο το μέρος του συλλογικού σώματος που αιμορραγεί περισσότερο στη συγκυρία που βρισκόμαστε; Το βίαιο τέλος της ομορφιάς, μπορεί να αποκαλύπτει την τρομακτική ασχήμια των όσων συμβαίνουν γύρω μας; Και τελικά, πόσο συνένοχοι είμαστε όταν μένουμε απλοί θεατές μπροστά στην ανθρωποφαγία;

Ο εγκέφαλος αιμορραγεί. Έχοντας δε, δώσει και σήμα στο υπόλοιπο σώμα να αυτοκαταστραφεί. Εισπνοή. Εκπνοή. Κλείνω τα μάτια και προσπαθώ να συμφιλιώσω το μυαλό με την καρδιά αυτού του συλλογικού σώματος. Μπας και καταλάβουν την αλληλο-εξάρτησή τους. Και όσο κι αν μοιάζει ότι τα θέματα του μυαλού ή της καρδιάς δεν αφορούν τη φτέρνα ή το γόνατο, νομίζω ότι σιωπώντας δεν θα τους βγει σε καλό. Δεν τους βγαίνει σε καλό. Τόσο συνένοχοι είμαστε.

Πώς κρίνεις τα αντανακλαστικά μας ως πολίτες, αλλά και τη στάση όσων εμπλέκονται συγκεκριμένα με την τέχνη και τον πολιτισμό, σε σχέση με τη θέση ή όχι που παίρνουν απέναντι στα ζητήματα της επικαιρότητας;

Θεωρώ πως οι καλλιτέχνες έχουν αρκετά γρήγορα αντανακλαστικά σε αυτά που συμβαίνουν. Πολλές φορές, τόσο γρήγορα που χάνεται η μεγαλύτερη εικόνα τρέχοντας πίσω από τα δεκάδες μικρότερα. Ελπίζω στους πολίτες. Ελπίζω ότι θα καταλάβουν πόσο τους αφορούν όσα συμβαίνουν όχι μόνο σε πολιτικό ή γενικά κοινωνικό, αλλά σε προσωπικό εν τέλει επίπεδο. Και θα απαιτήσουν κάτι περισσότερο από το σκατό που μας προσφέρεται σε όλα τα επίπεδα: δικαίου, οικονομίας, κοινωνίας, παιδείας, υγείας, εργασίας.

Ποιες ομοιότητες βρίσκεις ανάμεσα στην ιστορία και τις παθογένειες της καταλανικής κοινωνίας στην οποία αναφέρεται το έργο, με την ελληνική κοινωνία;

Δεν βρίσκω διαφορές. Το έργο δεν ασχολείται βέβαια με τα έθιμα της περιοχής – που θα ήταν διαφορετικά κάπως – αλλά με τους ανθρώπους. Ίδιες ψυχές. Τους αναγνωρίζω. Τους γνωρίζω.

Ποιες ήταν οι πρώτες σου καλλιτεχνικές επιρροές;

Ο κινηματογράφος. Γεννήθηκα στο Περιστέρι σε απόσταση 150 μέτρων από 5 κινηματογράφους. Οι πρώτες εικόνες που πήρα από εκεί με διαμόρφωσαν για πάντα. Ταινίες και πάλι ταινίες. Και μετά με το βίντεο, ακόμα περισσότερες ταινίες. Ταινίες όλων των ειδών. Σαν να έδιναν νερό σε μόνιμα διψασμένο, ήμουν.

Πώς προέκυψε η «μεταπήδηση» σου από την τεχνολογία και τον ψηφιακό κόσμο, στον κόσμο της υποκριτικής και τη σκηνοθεσίας; Είναι μια απόφαση η οποία, τελικά, σε αντάμειψε και σε γεμίζει;

Δεν έφυγα ποτέ από την τεχνολογία. Δεν σπούδασα εν τέλει κάτι σχετικό με αυτήν, αλλά στη ζωή μου κρατάει μεγάλο κομμάτι. Με γειώνει και με βοηθάει στο να κρατήσω ένα κομμάτι λογικής και οργάνωσης που χρειάζομαι για να είμαι ολόκληρος.

Υπάρχει κάποια στιγμή ή μία συνεργασία στην διαδρομή σου έως τώρα που να ξεχωρίζεις;

Ναι, αλλά αυτές οι στιγμές – που είμαι τυχερός που είναι αρκετές – είναι προσωπικές. Ακουμπάνε, αυτό που λέγαμε και πριν, άρρητες περιοχές του είναι μου και ίσως φοβάμαι πως αν τις αναλύσω θα χάσουν – το κάνουν τα λόγια αυτό – τη σημασία τους.

Υπάρχει κάτι που σε «φοβίζει» σήμερα στην ελληνική κοινωνία; Μία κρίση μπορεί να λειτουργήσει, τελικά, ως «ευκαιρία» για έναν καλλιτέχνη και να μετατραπεί σε μία δημιουργική περίοδο;

Πάντα ήταν και θα είναι πηγή για έναν καλλιτέχνη η ζωή. Βρίσκει τρόπους να ανθίζει και μέσα στο τίποτα. Όταν δεν συμβαίνει κάτι φοβερό. Αλλά, πάντα συμβαίνει κάτι μέσα μας. Ακόμα και όταν κοιμόμαστε. Όσον αφορά αυτό που με φοβίζει ως πολίτη σήμερα, είναι η ένταση της μισαλλοδοξίας. Αισθάνομαι σαν να κυλάμε προς μια βαθιά κρίση ιδεών και σκέψης, προς έναν καινούριο μεσαίωνα. Αυτό με φοβίζει, γιατί μου δείχνει ξεκάθαρα πια ότι έχουμε καταστρέψει την εκπαίδευση, την κριτική σκέψη και άρα είμαστε πιο εύκολα έρμαια συμφερόντων και ιδεολογιών που έχουν ξεπεραστεί ή τουλάχιστον θα έπρεπε να έχουν.

Πώς είναι να ζεις όντας ηθοποιός και εν γένει δημιουργός στην Ελλάδα του σήμερα; Από τη δική σου εμπειρία, τι θα προέτρεπες ένα νεότερο παιδί;

Είσαι μόνος σου σε σχέση με οποιαδήποτε δομή ή ευκολία ενός λειτουργικού συστήματος, που θα βοηθούσε τη δημιουργία. Ταυτόχρονα – και ευτυχώς – βρίσκεσαι μέσα σε μια ιδιότυπη, αλλά τρυφερή κοινότητα ανθρώπων που βοηθάνε ο ένας τον άλλον και νοιάζονται για την κοινωνία, τους αγώνες και τις αδικίες που συμβαίνουν. Τα νέα παιδιά δεν χρειάζονται τη συμβουλή μου. Το μόνο που θα πω είναι, ότι «είναι ωραία να είσαι μαζί με άλλους και όχι μόνος σου» κι ας το κάνουν ό,τι θέλουν.

Ως καλλιτέχνης, από πού αντλείς έμπνευση; Υπάρχει κάτι που να σου δημιουργεί αισιοδοξία, προκειμένου να συνεχίζεις να κάνεις αυτό που αγαπάς;

Κάθε φορά είναι κάτι άλλο. Πολύ συχνά, είναι άλλοι άνθρωποι. Οι εμμονές και οι σκέψεις τους. Ακόμα και η ασχήμια με έχει εμπνεύσει. Γιατί ξέρω, ότι θα ήθελε να ήταν ομορφιά.

Ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια;

Πέρα από τις παραστάσεις στην Θεσσαλονίκη που πρέπει να ξανάρθω και ψάχνω επιπλέον ημερομηνίες μιας και έχουν σχεδόν εξαντληθεί τα εισιτήρια για 3 με 6 Απριλίου, το πιο άμεσο είναι η Ανδρομάχη που θα κάνουμε με την Μαρία Πρωτόπαππα στην σκηνοθεσία, στην Επίδαυρο το καλοκαίρι, 8 και 9 Αυγούστου. Συνεργαζόμαστε τόσο ωραία με την Μαρία και περιμένω σαν παιδί έξω από μαγαζί με καραμέλες να ξεκινήσουμε. Και την περιοδεία που μας περιμένει μετά. Ταυτόχρονα, υπάρχει πάντα η καλλιτεχνική διεύθυνση του θεάτρου Θησείον, ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ, ο προγραμματισμός και οι συνεργασίες της επόμενης χρονιάς. Και ελπίζω του χρόνου το φθινόπωρο να βρω χρόνο και να ξανα-ξεκινήσω τα μαθήματα στη δραματική σχολή, που τόσο έχω επιθυμήσει.

ΙNFO:

Το πιο Όμορφο Σώμα που Έχει Βρεθεί ποτέ σε Αυτό το Μέρος – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ο Αργύρης Ξάφης παρουσιάζει την θεατρική παράσταση-μονόλογο  Το πιο Όμορφο Σώμα που Έχει Βρεθεί ποτέ σε Αυτό το Μέρος, στη Θεσσαλονίκη, στο θέατρο Αυλαία για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.

Σκηνοθετεί η Ζωή Ξανθοπούλου.

Παιδεραστία, ομοφοβία, ένοχα μυστικά, καταπιεσμένες ζωές κι ένα τραγούδι που ξυπνά τις πιο εφιαλτικές αναμνήσεις.

«Δεν υπάρχει τίποτα πιο προκλητικό κι επαναστατικό από την ομορφιά.»

Συντελεστές:

  • Συγγραφέας: Ζουζέπ Μαρία Μιρό
  • Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ
  • Σκηνοθεσία: Ζωή Ξανθοπούλου
  • Σκηνογραφία – Ενδυματολογία: Βασίλης Αποστολάτος
  • Μουσική: Φώτης Σιώτας
  • Βίντεο: Νατάσσα Ε. Ιωάννου
  • Φωτογραφίες: Κική Παπαδοπούλου

Ημέρες & Ώρες:

Πέμπτη 3/04, στις 21:00
Παρασκευή 4/04, στις 21:00
Σάββατο 5/04, στις 18:00 και στις 21:00
Κυριακή 6/04, στις 19:00
Διεύθυνση: Θέατρο Αυλαία – Τσιμισκή 136, Πλατεία ΧΑΝΘ, Θεσσαλονίκη
Τ: 231 023 0013
Διάρκεια: 90 λεπτά
Εισιτήρια – Τιμές εισιτηρίων: Προπώληση από 16€
Προπώληση: more.com