Η Ελλάδα έχει δεκάδες έθιμα, σε όλη της την επικράτεια. Κάποια τηρούνται ακόμα, μεταφερόμενα από γενιά σε γενιά, άλλα χάνονται στο πέρασμα των ετών, ωστόσο πάντα η νοσταλγία των εθίμων, γεμίζει την καρδιά μας με ζεστασιά, και μας συνδέει τόσο με τις ρίζες μας, όσο και τις αναμνήσεις μας.

Ένα από αυτά είναι και το λεγόμενο «άσπρισμα» ή «ασβέστωμα» των αυλών και των σπιτιών. Όσοι ζουν εκτός πόλης, σε επαρχιακές περιοχές, σίγουρα έχουν πιάσει έστω και μια φορά στη ζωή τους μπαντανόβουρτσα και αν όχι, σίγουρα έχουν δει ηλικιωμένους να λούζουν τοίχους και δέντρα με ασβέστη, συνήθως, λίγες μέρες πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα.

Το ασβέστωμα των σπιτιών σε νησιά και ορεινή Ελλάδα το Πάσχα

Και ποιος δεν έχει ζήσει αυτή την εμπειρία το Πάσχα ειδικά στα νησιά αλλά και τα ορεινά χωριά. Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας οι νοικοκυρές στα νησιά και τις επαρχιακές πόλεις συνήθιζαν να βάφουν τις αυλές τους με λευκό χρώμα.

Το πιο βασικό που φρόντιζαν είναι να μη λερώνουν το έδαφος της αυλής. Για να γίνει σωστό το ασβέστωμα κάτι άλλο που έκαναν ήταν να επιλέγουν να το κάνουν σε ώρες που δεν περνούσαν πολλοί περαστικοί μπροστά από τα σπίτια. Τα σπίτια ασβεστώντονταν βέβαια τουλάχιστον άλλες δύο φορές το χρόνο εκτός από το Πάσχα. Αυτές οι δύο ήταν τα Χριστούγεννα και ο Δεκαπενταύγουστος.

Ωστόσο, το Πάσχα το έθιμο αναβιώνει με σκοπό η αυλή να είναι περιποιημένη και καθαρή τη στιγμή που θα περάσει η πομπή του Επιταφίου τη Μεγάλη Παρασκευή. Η παράδοση του ασβεστώματος είναι βαθιά ριζωμένη στην Ελλάδα από την εποχή των αρχαίων πόλεων. Το ασβεστοκονίαμα (ασβέστης, άμμος μαζί με φυτικές και ζωικές ίνες), ήταν ο παραδοσιακός σοβάς, μέσα κι έξω από το οίκημα, στη μυκηναϊκή περίοδο. Στην εποχή του Βυζαντίου, μάλιστα, χρησιμοποιήθηκε το «χωρύγι», δηλαδή ο ασβέστης ως υλικό στερέωσης των κατοικιών.

Το λευκό γενικότερα, είναι συνυφασμένο με το απλό, με το λιτό, το καθαρό και με το λαμπερό. Το «άσπρισμα» ή «γαλάκτισμα» ή «ασβέστωμα» των σπιτιών και των αυλών, αποτελούσε συνήθεια στα νησιά και τις υπόλοιπες περιοχές της Ελλάδας από πολύ παλιά και με την πάροδο των ετών μετατράπηκε από συνήθεια σε παράδοση. Τα σπίτια ασβεστώντοναν τουλάχιστον τρεις φορές το χρόνο (Χριστούγεννα, Πάσχα, Δεκαπενταύγουστο) στο εσωτερικό και στο εξωτερικό τους, στις μάντρες, στα πεζούλια και στα δέντρα.

Ο ασβέστης ήταν φθηνό υλικό, εύκολο στη χρήση του, δεν ήθελε ιδιαίτερες αναλογίες, πρώτο χέρι αραιό, δεύτερο πιο πηχτό στο οποίο πρόσθεταν λίγο λουλάκι για να δώσει φωτεινότητα και μια χούφτα χοντρό αλάτι ή ζάχαρη για μη ξεβάφει όταν το ακουμπάς. Αυτά πιο πολύ ίσχυαν για τα πεζούλια και τους τοίχους, για τα τις πλάκες του δρόμου ήταν πιο απλά. Έφτιαχναν το μείγμα του ασβέστη σε μεγάλα δοχεία ήτοι «τενεκέδες» και έπαιρναν μια βούρτσα με σκληρές τρίχες και μακρύ κοντάρι για να ξεκινήσουν τη δουλειά.

Σε κάθε γειτονιά, σε κάθε σοκάκι κάθε νοικοκυρά, συναγωνιζόταν για το ποια θα κάνει τις πιο λεπτές και ίσιες γραμμές στο ασβέστωμα του πλακόστρωτου και ποια θα κάνει περισσότερο «περιποιημένη» δουλειά, λερώνοντας με, όσο το δυνατόν, λιγότερες κηλίδες το έδαφος της αυλής.

Διάλεγαν πάντα ώρες που δεν είχε πολλή κίνηση ο δρόμος, τοποθετούσαν τα σύνεργα και ξεκινούσαν! Όταν τελείωναν, είχαν το νου τους συνεχώς, μην και περάσει κανείς πεζός και τους λερώσει τα ασβεστωμένα πεζούλια και τις μάντρες. Σκοπός ήταν να φαίνεται το σπίτι περιποιημένο, όταν θα περάσει η πομπή του επιταφίου τη Μεγάλη Παρασκευή.

Το ασβέστωμα των σπιτιών και πώς συνδέεται με τους Έλληνες από την Σμύρνη

Το έθιμο έχει, όμως, πιο βαθιές ρίζες απ’ ότι φαίνεται. Λέγεται, πως όταν κατέφθασαν οι Έλληνες της Σμύρνης το 1922, τους παραχωρήθηκαν, από το κράτος, τα πιο παλιά, κακής κατασκευής, πετρόκτιστα σπίτια. Εκείνοι, όντες συνηθισμένοι σε έναν πιο πλούσιο και άνετο-καθαρό τρόπο ζωής, έψαχναν τρόπους για να κάνουν τα σπίτια του να φαίνονται όμορφα και καθαρά, ξεκινώντας από τις αυλές, οι οποίες αποτελούσαν τον «καθρέφτη» του κάθε νοικοκυριού, εκείνη την εποχή. Έτσι, πριν από κάθε μεγάλη θρησκευτική γιορτή, οι Σμυρνιές έβγαιναν στις αυλές τους, έβγαζαν τα αγριόχορτα από τους κήπους, κλάδευαν και άσπριζαν, καθώς αυτό ήταν το μόνο μέσο καθαριότητος και περιποίησης που διέθεταν τότε.

Αυτή η τακτική ήταν πρωτόγνωρη για τους Έλληνες, οι οποίοι, πλην όλων, συμπεριφέρονταν με ρατσισμό τους Σμυρνιούς, προκύπτοντας έτσι, ο όρος «παστρικιά» που απευθυνόταν, κυρίως στις γυναίκες και επεξηγείται ως: η γυναίκα που έχει μανία με την καθαριότητα.

Η καθιέρωση του λευκού και οι λόγοι υγιεινής

Ιστορικά, υπάρχουν και άλλα γεγονότα που ταυτίζονται με την παραπάνω παράδοση. Στα νεότερα χρόνια, τώρα, στη Νεάπολη το 1913 και στη Σικελία το 1925, όταν ξέσπασαν επιδημίες χολέρας, διατάχθηκε να ασβεστωθούν οι χώροι γύρω από τις κατοικίες και τις αγροτικές αποθήκες. Έτσι, ήρθε το μέτρο και στην Ελλάδα σε περιορισμένη έκταση το 1928, όταν ξέσπασε στην Αθήνα και σε άλλες περιοχές η επιδημία του δάγκειου πυρετού.

Δέκα χρόνια αργότερα, το 1938 ο Μεταξάς, επέβαλε διάταγμα που όριζε το αναγκαστικό ασβέστωμα σε όλα τα σπίτια των νησιών. Στόχος του μέτρου ήταν να αποτραπεί η διάδοση των ασθενειών. Μία από αυτές ήταν η χολέρα που σάρωνε τη χώρα και είχε απλωθεί ακόμη και στα οικόσιτα πτηνά.

Ο ασβέστης θεωρήθηκε το κατεξοχήν απολυμαντικό, αφού τότε ακόμη δεν ήταν διαδεδομένη η χλωρίνη. Τα σπίτια στα νησιά έγιναν άσπρα υπό την αυστηρή επίβλεψη του χωροφύλακα. Τα επόμενα χρόνια το μέτρο της αναγκαστικής βαφής ξεχάστηκε. Ωστόσο πολλοί κάτοικοι είχαν κρατήσει τον ασβέστη στις αποθήκες τους. Έτσι, τελικά παρέμεινε το ασβέστωμα αφενός ως ένας τρόπος απολύμανσης ενώ αργότερα μεταφέρθηκε σαν έθιμο.

Το 1955, η βασίλισσα Φρειδερίκη μετά από προτροπές ευγενών εικαστικών, παρουσίασε στον Καραμανλή ως διαφήμιση για τα ελληνικά νησιά, μια φωτογραφία της Μυκόνου με καλοσυντηρημένα σπίτια που είχαν στην ιδιοκτησία τους ξένοι και ντόπιοι κοσμοπολίτες αστοί. Η εικόνα του Αιγαίου με το άσπρο, το χρώμα της αγνότητας, σε συνδυασμό με το μπλε της θάλασσας και του ουρανού, έγινε το σήμα κατατεθέν της εποχής.

Αργότερα, οι ντόπιοι διατήρησαν τον ασβέστη για να διώχνει τις ακτίνες του ήλιου κατά τους καλοκαιρινούς μήνες και να διατηρείται μία ανεκτή θερμοκρασία στο εσωτερικό του σπιτιού. Ήθελαν επίσης τον ασβέστη για να «καίει» τα μικρόβια. Όμως, και ψυχολογικοί λόγοι έστρεψαν τους νησιώτες να δημιουργήσουν άσπρους οικισμούς, ήθελαν την αισιοδοξία που προσφέρει το φως.