Ταξιδεύουμε στην Κοττάνη, στα Πομακοχώρια της Ξάνθης και μαζί σε μια άλλη Ελλάδα. Εδώ είναι τα Βαλκάνια της Ξάνθης, πολύχρωμα, αδικημένα και χαμογελαστά. Μέρη απίστευτης ομορφιάς, με ωραίους ανθρώπους και καταπληκτική κουζίνα. Τοπία ξεχασμένα στο χρόνο, αξιοθέατα και γεύσεις με άρωμα Ανατολής, άνθρωποι ζεστοί, περιποιητικοί και γνήσιοι, χωματόδρομοι που οδηγούν σε ταβέρνες – έκπληξη και μνήμες που σου ζεσταίνουν την καρδιά, παρά το υψόμετρο.
Γράφει η Ασημίνα Τούνα
Κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, στα βόρεια της Ξάνθης, σε υψόμετρο 295 μέτρων, βρίσκεται ένα υπέροχο απομονωμένο χωριό το οποίο ανήκει στα μοναδικά Πομακοχώρια και φέρει την ονομασία Κοττάνη (γνωστό στα πομάκικα ως Τζουβάνσε).

Μπορεί να βρίσκεται τόσο κοντά σε απόσταση από τη Βουλγαρία, όμως εδώ αναπνέετε την αληθινή, ελληνική αρχοντιά του ορεινού χωριού που είναι φωλιασμένο σε δυσπρόσιτο σημείο, ανάμεσα από βουνά και ρεματιές που καταλήγουν στον ποταμό Κομψάτο.

Ο γραφικός οικισμός της Κοττάνης θεωρείται από τα πλέον απομακρυσμένα χωριά της ορεινής Ροδόπης. Στο σύνολό του αριθμεί λιγότερα από 30 σπίτια, με τα περισσότερα από αυτά να ξεπερνούν τα 200 ολόκληρα χρόνια, παρουσιάζοντας σκηνές που φέρνουν στο νου εικόνες μιας άλλης εποχής. Είναι οικισμός 23 κατοίκων (απογραφή 2011) του νομού Ξάνθης, τα σπίτια του είναι πολύ παλιά (ίσως 300 ετών) και έχει χαρακτηριστεί ως «διατηρητέος παραδοσιακός οικισμός«.


Πριν αρχίσει ο μαρασμός των ενδότερων της ελληνικής επαρχίας, η Κοττάνη ήταν ένα ακόμα χωριό που έσφυζε από ζωή. Όμως, οι καλλιέργειες καπνών του παρελθόντος έγιναν ασύμφορες από τη δεκαετία του 1970 κι έπειτα, με αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι κάτοικοι – ειδικά οι νεότεροι άνδρες– να φύγουν μετανάστες, είτε για τα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας (τη Θεσσαλονίκη, κυρίως, παρότι αρκετοί βρέθηκαν και στην Ξάνθη), είτε στο εξωτερικό, σε μέρη σαν την Ολλανδία ή τη Γερμανία.
Εν έτη 1998, το χωριό συνδέθηκε οδικώς με την κοντινή Μέδουσα, ενώ έως τότε η επικοινωνία με τα υπόλοιπα χωριά των Πομάκων γίνονταν κατ’ αποκλειστικότητα μέσα από μονοπάτια, με την αγόγγυστη βοήθεια των αλόγων.
Σήμερα, 25 ολόκληρα χρόνια μετά, το κομμάτι αυτό του δρόμου, το οποίο φτάνει τα 6 χιλιόμετρα, είναι ακόμα χωματόδρομος και μάλιστα κακοτράχαλος, με αρκετά δύσκολα σημεία που δεν προσεγγίζονται εύκολα.

Μία από τις εμπειρίες που – να είστε σίγουροι – δεν μπορείτε να ξεχάσετε και δεν θα συναντήσετε αλλού, είναι η επίσκεψη σε τούτο εδώ τον τόπο. Η πολυπολιτισμικότητα σε όλο της το μεγαλείο. Η φύση σε απόλυτη πολυχρωμία στις αποχρώσεις του κοκκινοκαφέ και του πράσινου που κιτρινίζει. Οι ντοπιολαλιές ποικίλες, τα φαγητά με γεύσεις δύσης και ανατολής, η θρησκευτική πολυφωνία αισθητή στο έμπα και στο έβγα των χωριών με μιναρέδες και καμπαναριά, τεκέδες και ξωκλήσια. Μαντήλες και ποδιές χρωματιστές, άλογα στα παλιά μονοπάτια και νερά αχνιστά της Θρακικής γης ως ίαση του κορμιού και της ψυχής. Όλα αυτά και άλλα τόσα στα πιο απομακρυσμένα Πομακοχώρια της Ξάνθης.
Συγκεντρωμένα στη ορεινή βόρεια πλευρά του Νομού Ξάνθης, τα χωριά των Πομάκων έχουν διατηρήσει τα γραφικά χαρακτηριστικά και την παραδοσιακή αρχιτεκτονική τους, ενώ οι άνθρωποί τους είναι κομμάτι της εμπειρίας αυτού του διαφορετικού ταξιδιού. Οι Πομάκοι είναι φιλότιμοι και υπερήφανοι άνθρωποι, φιλόξενοι και φιλικοί, αγαπούν πολύ τον τόπο τους, αλλά και τη φύση.



Έλληνες πολίτες, μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα, τηρητές της παράδοσης και της πομάκικης γλώσσας, οι Πομάκοι ακολουθούν ήρεμους ρυθμούς ζωής. Είναι απόλυτα δεμένοι με τον τόπο τους, παρά τις πάμπολλες διακρίσεις που υπέστησαν ως θρησκευτική και γλωσσική μειονότητα, διακρίσεις που τους καθιστούσαν πολίτες δεύτερης ή και τρίτης κατηγορίας.
Έχουν τη δική τους γλώσσα, που έχει μόνο προφορική μορφή και αποτελεί συνδυασμό αρχαίων ελληνικών, σλάβικων και τούρκικων, και τη δική τους κουλτούρα, με τα δικά της ήθη κι έθιμα. Θα τους συναντήσετε στο ύπαιθρο, να ασχολούνται, ανάλογα με την εποχή, με την καπνοκαλλιέργεια, την κτηνοτροφία και τη δασική εκμετάλλευση, να τραγουδούν τα τραγούδια τους και να ζουν φτωχικά πάνω στα οροπέδια, στις βουνοπλαγιές και τις κοιλάδες της Ροδόπης.

Ζώνες επιτήρησης, φραγμοί και όρια, μπάρες, πύλες εισόδου και φυλάκια έξω από τα χωριά, που επιβλήθηκαν για λόγους θρησκευτικού φανατισμού, επεκτατικών βλέψεων και μισαλλοδοξίας. Από το 1995 οι μπάρες, επιτέλους, σηκώνονται και δίνονται εκ των υστέρων κάποια προνόμια προς αποκατάσταση της χρόνιας άνισης μεταχείρισης.
Σήμερα, η ξεθωριασμένη πινακίδα «Επιτηρούμενη Ζώνη» θυμίζει το παρελθόν της καχυποψίας και των διακρίσεων. Η ζωή εκεί ακολουθεί τους δικούς της αργούς ρυθμούς, σαν να μην έχουν αλλάξει και πολλά στο πέρασμα του χρόνου.

Εκεί, λοιπόν, που μπαίνει η πινέζα στον γεωγραφικό χάρτη, εκεί που τα σύνορα χαράζονται, εκεί που οι γείτονες άλλοτε διεκδικούν κι άλλοτε παρέχουν με ανταλλάγματα, εκεί συναντάμε ανθρώπους ευγενικούς, συμπαθέστατους, ευπροσάρμοστους και συνάμα άγρυπνους φρουρούς της παράδοσης.

Μία παραδοσιακή ταβέρνα στο πιο απομακρυσμένο χωριό της Θράκης
Η Θράκη έχει τα πάντα, αρκεί να έχεις όρεξη – εφόσον είσαι ντόπιος – να μάθεις τον τόπο σου, τη γειτονιά σου, ή ως περιηγητής να γνωρίσεις νέους «κόσμους» και τότε θα ανακαλύψεις καταπληκτικές προσπάθειες ζωής, ποιότητας, ανθρωπιάς στα Πομακοχώρια της Ξάνθης.

Τα τελευταία χρόνια, η Κοττάνη αναπτύσσεται τουριστικά και στην περιοχή του χωριού έχει ανοίξει μία ξακουστή παραδοσιακή ταβέρνα-καφενείο με τοπικά φαγητά. Είναι η ορεινή ταβέρνα «Κοττάνη» του Τζεμήλ Χαλήλογλου στο τελευταίο πομακοχώρι της Ξάνθης.
Ο Τζεμήλ ήταν μάγειρας στην Ξάνθη και πήρε τη γενναία απόφαση να επιστρέψει στο χωριό του, την Κοττάνη, να ανακαινίσει το δίπατο σπίτι του παππού του ηλικίας 200 ετών και να το μετατρέψει σε ταβέρνα και λαογραφικό μουσείο μαζί.


Στο ισόγειο του πλινθόκτιστου κτίσματος λειτουργεί η ταβέρνα που φέρει την σφραγίδα της τοπικής παράδοσης των Πομάκων, με τα τεντζερέδια, τα οικογενειακά κειμήλια, τα χειροποίητα χαλιά και τις κουρελούδες να στολίζουν τους τοίχους.

Μπροστά από την κουζίνα υπάρχει μια ξύλινη σκάλα που οδηγεί στο πατάρι, εδώ ο Τζεμήλ διατήρησε το χώρο όπως τον βρήκε από τους προγόνους του, τον εμπλούτισε με χρηστικά αντικείμενα αλλοτινών εποχών, υφαντά, πολύχρωμα χειροποίητα χαλιά από κατσικίσιο μαλλί και τοπικές φορεσιές (φτιαγμένες από κατσικίσιο μαλλί) και έφτιαξε ένα αξιοπρόσεκτο λαογραφικό μουσείο που αναπαριστά ένα παραδοσιακό πομάκικο σπίτι.

Πατροπαράδοτες ντόπιες συνταγές, νοστιμότατα τουρσιά, ψητά, κρεατικά, γλυκάδια, πεκάν πατλατζάν (ψητή μελιτζάνα με τυρί), καβουρμά, πατάτνικ (πατατόπιτα), και ό,τι μπορεί να φανταστεί ο νους σας, με τις πιο φανταστικές γεύσεις, σας περιμένουν μαζί με την απερίγραπτη φιλοξενία του Τζεμήλ και τις υπέροχης συζύγου του Μουτζέν.

Οι σούβλες έτοιμες περιμένουν να θρέψουν τα πεινασμένα και ταλαιπωρημένα από τις δράσεις στομαχάκια σας με «προϊόντα» γάλακτος, τα οποία ψήνονται στον νερόμυλο με την βοήθεια του τρεχούμενου νερού που περνάει ακριβώς από κάτω.
Οι πίτες που σας προσφέρει η κυρία Μουτζέν για το καλωσόρισμα είναι πάντα φρέσκες και γίνονται από τα ίδια της τα χεράκια, όπως και το σταρένιο ή καλαμποκίσιο ψωμί που σας σερβίρουν.

Ο οικισμός της Κοττάνης παραμένει εκτός τουριστικού χάρτη και δεν διαθέτει καμία υποδομή φιλοξενίας για τους επισκέπτες της. Παρ’ όλα αυτά δείχνει να περνάει σε μια νέα εποχή αναγνωρισιμότητας κατά τα τελευταία χρόνια, καθιστώντας την έναν από τους πιο προβεβλημένους γαστρονομικούς προορισμούς της Θράκης. Κάτι που το οφείλει αποκλειστικά στην «ταβέρνα του Τζεμήλ» (επισήμως «Ταβέρνα Κοττάνη»).































